Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Η Εβραϊκή και η Χριστιανική Πεντηκοστή


 Οι απανταχού Εβραίοι την πεντηκοστή ήμερα μετά από το Εβραϊκό Πάσχα γιορτάζουν την Πεντηκοστή. Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής οι Εβραίοι συναθροίζονται στις Συναγωγές και διαβάζουν Βιβλικά χωρία συναφή με την εορτή. Πρώτη μαρτυρία για αυτήν την εορτή βρίσκουμε στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης Έξοδος. Στο βιβλίο της Εξόδου η Πεντηκοστή μνημονεύεται και ως «γιορτή θερισμού των Πρωτογεννημάτων» ή «γιορτή των Επτά Εβδομάδων». Η εορτή της Πεντηκοστής τελείται σε ανάμνηση του γεγονότος της παράδοσης του Νόμου, δηλαδή των Δέκα Εντολών, από τον Θεό στον Μωυσή στο Όρος Σίνα. Στην εποχή του Χριστού υπήρχαν δύο εκδοχές για την εορτή της Πεντηκοστής. Η Φαρισαϊκή ή Ραβινική εκδοχή τόνιζε τον αγροτικό χαρακτήρα και έκανε μνεία της Διαθήκης που σύναψε ο Θεός με τον Πατριάρχη Αβραάμ. Ενώ η εκδοχή των Εσσαίων και των Ιωβηλαίων, που επικράτησε μέχρι σήμερα, προβάλλει το γεγονός της παράδοσης του Νόμου του Θεού στον  Μωυσή στο Όρος Σίνα. Στην παλαοδιαθηκική και στην καινοδιαθηκική εποχή κατά την ημέρα της Πεντηκοστής οι Εβραίοι πήγαιναν για προσκύνημα στον Ναό του Σολόμωντα στην Ιερουσαλήμ όπου πρόσφεραν μια μικρή θυσία. Ενώ το Σάββατο που προηγούνταν της Πεντηκοστής γινόταν μια προετοιμασία στις Συναγωγές, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τελείται η εορτή της Πεντηκοστής στις μέρες μας.

            το γεγονός της Χριστιανικής Πεντηκοστής το εξιστορεί ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο του Πράξεις των Αποστόλων στο δεύτερο κεφάλαιο. Κατά την πεντηκοστή ήμερα μετά την Ανάσταση του Χριστού που συνέπεσε με την εορτή της Εβραϊκής Πεντηκοστής οι μαθητές Του ήταν συγκεντρωμένοι σε κάποιο σπίτι. Ξαφνικά, ακούστηκε δυνατή βουή και ένας δυνατός αέρας φύσηξε στο δωμάτιο όπου ήταν συνηγμένοι οι Απόστολοι. Το Άγιο Πνεύμα, υπό τη μορφή πύρινων γλωσσών, κάθισε πάνω στα κεφάλια τους και οι μαθητές του Κυρίου άρχισαν να μιλούν σε διάφορες γλώσσες. Οι απανταχού Εβραίοι του τότε γνωστού κόσμου που είχαν πάει στην Ιερουσαλήμ για την εορτή της Πεντηκοστής, μαζεύτηκαν στο σπίτι που ήταν οι Απόστολοι. Κάποιοι Εβραίοι όταν άκουσαν τους Αποστόλους να μιλούν στη γλώσσα τους και θαύμαζαν, ενώ άλλοι τους χλεύαζαν επειδή τους θεωρούσαν μεθυσμένους. Έπειτα από αυτό το γεγονός, ο Απόστολος Πέτρος μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ύστερα από την ομιλία του Πέτρου πίστευσαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν 3.000 Εβραίοι.
            Τόσο η Εβραϊκή όσο και η Χριστιανική Πεντηκοστή είναι δύο Θεοφάνειες που αποσκοπούν στη σωτηρία όλων των ανθρώπων κάθε φυλής. Οι Εβραίοι περίμεναν ομοθυμαδόν στο Όρος Σινά την παράδοση του Θείου Νόμου. Επίσης και οι μαθητές του Κυρίου ομοθυμαδόν κατά την ημέρα της Πεντηκοστής περίμεναν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος.  Μετά από την Εβραϊκή αλλά και τη Χριστιανική Πεντηκοστή οι άνθρωποι ένιωθαν πολύ μεγάλη χαρά και μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Κοινά χαρακτηριστικά των δύο Θεοφανειών είναι η βουή και ο δυνατός άνεμος. Η Θεοφάνεια στο Όρος Σινά σηματοδοτεί την αρχή της Ιστορίας της Εβραϊκής Θρησκείας. Ενώ, η Χριστιανική Πεντηκοστή είναι η γενέθλια ημέρα του Θεοΐδρυτου Θεσμού της Εκκλησίας.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: Ο Ακάθιστος Ύμνος


 Ἡ Ἀκολουθία αὕτη ψάλλεται εἰς τοὺς ἱεροὺς Ναούς μας κατὰ τὰς πρώτας πέντε ἑβδομάδας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐν ἡμέρᾳ Παρασκευῇ. Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς (ἢ «τῶν Νηστειῶν») ψάλλονται οἱ ἓξ πρῶτοι «οἶκοι» τοῦ Ὕμνου, ἤτοι οἱ «οἶκοι» Α-Ζ· κατὰ τὴν δευτέραν ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Η-Μ· κατὰ τὴν τρίτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Ν-Σ· κατὰ τὴν τετάρτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Τ-Ω· κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἑβδομάδα ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος.

Τόσον τὰ τμήματα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅσον καὶ ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος, ψάλλονται μαζὶ μὲ εἰδικὸν «Κανόνα», ὁ ὁποῖος ἀρχίζει μὲ τὸν εἱρμὸν «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου». Ψάλλονται δὲ ἀμφότερα εἰς τὸ μέσον περίπου τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», ἤτοι τῆς ὡραίας ἐκείνης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ λέγεται καθημερινῶς μετὰ τὸ Δεῖπνον. Ὀνομάζεται «Μικρὸν Ἀπόδειπνον» διὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸ «Μέγα Ἀπόδειπνον», τὸ ὁποῖον λέγεται κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, πλὴν τῶν ἡμερῶν Παρασκευῆς (ὁπότε λέγεται τὸ «Μικρὸν» μετὰ τῆς Ἀκολουθίας τῶν «Χαιρετισμῶν»), Σαββάτου καὶ Κυριακῆς.

(Ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, συμφώνως πρὸς τὸ Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου δὲν συνδυάζεται μὲ τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον, ἀλλὰ μὲ ἄλλας Ἀκολουθίας.)

Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἴδωμεν δι᾿ ὀλίγων τί εἶνε ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ποία ἡ ἱστορία του καὶ ποῖος ὁ ποιητής του. Μετὰ ταῦτα δὲ θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ «Κανόνων» καὶ «ᾨδῶν», ὡς καὶ περὶ τῆς σημασίας τῶν διαφόρων ὀνομασιῶν τῶν τροπαρίων, τέλος δὲ θὰ εἴπωμεν ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ «Κανόνος» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ἐλέγοντο ὁλόκληροι ὕμνοι, ἀνάλογοι πρὸς τοὺς «Κανόνας». Ἡ ὀνομασία ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὸ κοντὸν ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυλίσσετο ἡ μεμβράνα ποὺ περιεῖχε τὸν ὕμνον. Τὸ πρῶτον τροπάριον ἐλέγετο «προοίμιον» ἢ «κουκούλιον» καὶ τὰ ἀκολουθοῦντα ἐλέγοντο «οἶκοι», ἴσως διότι ὁ ὅλος ὕμνος ἐθεωρεῖτο ὡς σύνολον οἰκοδομημάτων ἀφιερωμένων εἰς μνήμην ἁγίου τινός. Κοντάκον λέγεται συνήθως σήμερον τὸ πρῶτον τροπάριον ἑνὸς τοιούτου ὕμνου (Κοντακίου).

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιέχει προοίμιον καὶ 24 «οἴκους». Τὸ προοίμιόν του παλαιότερον δὲν ἧτο τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῶ» ποὺ εἶνε σήμερον, ἀλλ᾿ ἕτερον. («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει».) Ἡ «ἀκροστιχὶς» τοῦ ὕμνου εἶνε ἀλφαβητική. (Βραδύτερον θὰ εἴπωμεν τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀκροστιχίς».) «Ἐφύμνια» ἔχει δύο: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ εἰς τὸ προοίμιον καὶ εἰς τοὺς περιττοὺς «οἴκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), τὸ δὲ δεύτερον εἰς τοὺς ἀρτίους «οἴκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Ἐφύμνιον» λέγεται ἡ τελευταία λέξις ἡ φράσις τοῦ ὕμνου, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐπανελάμβανεν, ἀφοῦ βεβαίως οἱ ψάλται ἔψαλλον ὁλόκληρον τὸν ὕμνον.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου, καὶ ἔπειτα ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ γεγονότα. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παρθένου πρὸς τὴν Ἐλισάβετ, περὶ τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ὑπὸ τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων, περὶ τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ εἰς Αἴγυπτον καὶ περὶ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ. Εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ὕμνου γίνεται λόγος περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς θεομητορικῆς ἀξίας τῆς Παναγίας.

Ποῖος ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον ἀπάντησις ποὺ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις. Παρ᾿ ὅλας τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς συζητήσεις, τὸ πρόβλημα παραμένει ἀκόμη πρόβλημα. Ἄλλοι -καὶ εἶνε οἱ περισσότεροι- θεωροῦν τὸν Ὕμνον ὡς ἔργον τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. Ἄλλοι θεωροῦν αὐτὸν ὡς ἔργον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Ἄλλοι τὸν ἀποδίδουν εἰς τὸν Γεώργιον Πισίδην. Ἄλλοι εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν τὸν Α´ καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλους.

Ἱστορικά

Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὕμνος ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος», εἶνε ὁ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν:

Κατὰ τὸ ἔτος 626 ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τινὰς μῆνας. Ὁ βασιλεὺς Ἡράκλειος ἀπουσίαζεν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, πολεμῶν ἐκεῖ τοὺς Πέρσας. Ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἡ πόλις πολιορκεῖται, ἔστειλεν ἐκ τοῦ στρατοῦ του δώδεκα χιλιάδας ἄνδρας εἰς τὸν φρούραρχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βῶνον διὰ νὰ ὑπερασπίσουν, μαζὶ μὲ τὴν φρουράν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Βῶνος μετὰ τοῦ Πατριάρχου Σεργίου ἐξώπλισαν καὶ ὅσους ἐκ τῶν πολιτῶν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπλα. Ὅλοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν μέχρις ἐσχάτων. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴν πόλιν καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὰ πλήθη καὶ τοὺς μαχητάς. Ἡ πόλις ὁλόκληρος εἶχεν ἐναποθέσει τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν Προστάτριάν της, τὴν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν», τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἡ πολιορκία ἧτο στενὴ καὶ ἰσχυρά. Παρὰ ταῦτα ἡ πόλις ἀνθίστατο εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν πολιορκητῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐπέμενον εἰς τὴν πολιορκίαν. Αἰφνιδίως ὅμως φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος καταστρέφει τὸν στόλον των καὶ τοιουτορόπως ἀναγκάζονται κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8ην Αὐγούστου νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν καὶ νὰ φύγουν ἄπρακτοι. Ἡ βασιλεύουσα ἐσώθη! Ὁ λαὸς τῆς πόλεως, πανηγυρίζων τὴν σωτηρίαν του, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεομήτορος, συνηθροίσθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν τῆς Παναγίας, ὅπου ἐτελέσθη, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, ὁλονύκτιος εὐχαριστήριος Ἀκολουθία. Τότε «ὀρθοστάδην ἅπας ὁ λαὸς ἔψαλε» τὸν Ὕμνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἔκτοτε ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος». Βεβαίως ὁ Ὕμνος προϋπῆρχε καὶ ἐψάλλετο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καθιερώθη πλέον κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ πανηγυρικὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Τὸ τροπάριον «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ» (τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ προϋπάρχον «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς») συνετέθη ἀναμφιβόλως κατ᾿ ἐκείνας τὰς ὥρας.

Δι᾿ αὐτοῦ ὁλόκληρος ἡ λυτρωθεῖσα ἐκ τῆς συμφορᾶς πόλις «ἀνέγραψε τὰ νικητήρια», ἀπέδωσε δηλαδὴ εὐγνωμόνως τὴν νίκην, εἰς τὴν Προστάτριαν αὐτῆς Θεοτόκον.

Τί σημαίνει «Κανών»

Ὡς εἴπομεν, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει καὶ «Κανόνα». Ἡ λέξις «Κανὼν» σημαίνει τὴν εὐθεῖαν ῥάβδον, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς μέτρησιν καὶ καθορισμὸν ἄλλων πραγμάτων, καὶ γενικῶς τὸ μέτρον, τὸ ὑπόδειγμα, τὸν ῥυθμιστήν. Εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ὑμνολογίαν, «Κανὼν» λέγεται μακρὸς ὕμνος, ἀποτελούμενος ἐξ «ᾨδῶν», τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ποικίλλει, ἀλλ᾿ οὐδέποτε εἶνε μεγαλύτερος τοῦ ἐννέα. Ἑκάστη ᾨδὴ (ἡ λέξις σημαίνει ὕμνον, ᾆσμα, ἐκ τοῦ ῥήματος ᾄδω παραγομένη), ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ «εἱρμοῦ» καὶ τῶν ἀκολουθούντων τριῶν-τεσσάρων συνήθως «τροπαρίων». Εἱρμὸς λέγεται ἡ πρώτη στροφὴ ἑκάστης ᾨδῆς, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ῥυθμίζονται αἱ ὑπόλοιποι στροφαὶ (τροπάρια). Ὁ εἱρμὸς δηλαδὴ χρησιμεύει ὡς ὑπόδειγμα καὶ βάσις. Ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος εἴρω, ποὺ σημαίνει συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω. Αἱ ὑπόλοιποι στροφαί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πρώτην, τὸν εἱρμὸν δηλαδή, ὀνομάζονται τροπάρια, προφανῶς διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, τρέπονται συμφώνως πρὸς τὸν εἱρμόν, ἤτοι ἀκολουθοῦν τονικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ μετρικῶς καὶ μουσικῶς, τὸν εἱρμόν. (Ὑπάρχουν πάντως καὶ ἄλλαι ἑρμηνεῖαι τῆς λέξεως τροπάριον.)

Οἱ Κανόνες (ὅπως καὶ τὰ Κοντάκια,) πολλάκις ἔχουν «ἀκροστιχίδα». Τὸ πρῶτον γράμμα δηλαδὴ τῶν εἱρμῶν καὶ τῶν τροπαρίων, λαμβανόμενον κατὰ σειρὰν καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ συνεχείᾳ, μᾶς δίδει μίαν φράσιν. Ἡ φράσις αὕτη λέγεται «ἀκροστιχὶς» καὶ ἀναφέρεται ἄλλοτε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ποιητοῦ τοῦ Κανόνος, ἄλλοτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς κ.τ.λ.. Πολλάκις ἡ ἀκροστιχὶς εἶνε ἀλφαβητική, δηλαδὴ ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων Α, Β, Γ, Δ, κ.τ.λ..

Ἕκαστος Κανὼν ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρου, ὡς προελέχθη, ἀριθμοῦ ᾨδῶν, κατ᾿ ἀνώτατον δὲ ὅριον ἐννέα. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐννέα εἶνε αἱ βιβλικαὶ ᾨδαί, ἤτοι αἱ ᾨδαὶ περιεχόμεναι εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὰς ὁποίας ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν λατρείαν της μαζὶ μὲ τοὺς Ψαλμούς.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024

Ερμηνευτικά σχόλια στην εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού


 

Στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται η σπηλιά. Η σπηλιά είναι τριγωνική και έχει μαύρο χρώμα. Το μαύρο συμβολίζει το σκοτάδι και την άγνοια που βρισκόταν ο κόσμος στην προχριστιανική εποχή. Μέσα στην σπηλιά είναι η φάτνη που είναι τοποθετημένος ο μικρός Ιησούς που λάμπει μέσα στα ολόλευκα σπάργανά Του. Πίσω από τη φάτνη βρίσκονται ένα βόδι και ένα γαϊδουράκι που Τον ζεσταίνουν με την αναπνοή τους. Δίπλα στο Θείο Βρέφος είναι ξαπλωμένη η Κυρία Θεοτόκος που Το κοιτάζει με αγάπη και σεβασμό. Επίσης, στην εικόνα βλέπουμε να έρχονται από την Ανατολή οι Μάγοι για να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Βασιλιά του Ισραήλ κρατώντας στα χέρια τους τα δώρα. Σε κάποιες εικόνες οι Μάγοι έρχονται πάνω σε καμήλες ενώ σε κάποιες άλλες είναι πεζοί. Στο πάνω μέρος της εικόνας είναι αγιογραφιμένοι Άγιοι Άγγελοι. Οι μισοί Άγιοι Άγγελοι δοξολογούν τον Θεό και οι άλλοι μισοί αναγγέλλουν την Ενανθρώπησή Του στους ποιμένες. Στην αγιογραφία κάτω αριστερά βλέπουμε τον Διάβολο που έχει πάρει την μορφή γέρου να βάζει αμφιβολίες τον Ιωσήφ για την παρθενία της Παναγίας. Αν και τα Ευαγγέλια δεν αναφέρονται πουθενά στο πρώτο λουτρό του Χριστού, ωστόσο ο αγιογράφος το τοποθετεί κάτω δεξιά της εικόνας. Έτσι δηλώνεται η ανθρώπινη Του φύση και οι ανάγκες που είχε.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2024

Διάλογος για τον έρωτα με αφορμή το «Άσμα Ασμάτων»


 

 Το «Άσμα Ασμάτων» από όλα τα βιβλικά κείμενα ξεχωρίζει, γιατί υμνείται ο έρωτας και τα συναισθήματα που συνδέουν τα αγαπημένα πρόσωπα. Πολυερμηνευμένο και παρεξηγημένο διαχρονικά, συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει η δύναμη, το βάθος και η διαφάνεια του ερωτικού αισθήματος, εκφραζόμενο με τολμηρές εικόνες και παρομοιώσεις που κοσμούν με λεπτότητα, ευγένεια και λυρισμό τον ασύνηθες για ποίημα διάλογο μεταξύ των ερωτευμένων.

Η παράδοση αποδίδει τη συγγραφή του στον Σολομώντα (περίπου το 1000 π.Χ.), η φιλολογική όμως έρευνα υποστηρίζει ότι πρόκειται για προφορικό κείμενο που απέκτησε ενιαία μορφή γύρω στο 450-400 π.Χ., ως ανθολογία γαμήλιων τραγουδιών. Εικάζεται, ακόμη, ότι είναι γραμμένο από γυναικείο χέρι, ένας εκπληκτικός ύμνος στον έρωτα, ή αλληγορική ερμηνεία της σχέσης Γιαχβέ-Ισραήλ και Χριστού-Εκκλησίας αντίστοιχα, και ο χορός των ερμηνειών κρατάει ως τις μέρες μας.

Τα κύρια πρόσωπα είναι ο Σολομώντας, η Σουλαμίτις και ο αγαπημένος της ποιμένας. Πώς κατανοήθηκε τώρα η θρησκευτική προσέγγιση στο συγκεκριμένο ποίημα; Η ερωτική αγάπη ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα αποκτά αλληγορική έκφραση ως η μυστική ένωση του Θεού με τον Ισραήλ και του Χριστού με την Εκκλησία.

Οι όποιες προσεγγίσεις και ερμηνείες που αποδίδονται στο άσμα δεν αναιρούν το κυριολεκτικό του νόημα και την ορμή της απροϋπόθετης αγάπης που νικά τα εμπόδια και τις αντιξοότητες, στην πορεία για την ολοκλήρωσή της. Είναι ένα εξαίσιο λυρικό ποίημα, ύμνος στην αγάπη και στον άχρονο έρωτα που σε όλες τις εποχές και κόντρα στις όποιες επικρατούσες αντιλήψεις, όταν είναι πηγαίος, έχει την ίδια, τελικά, δυναμική. Δεν είναι μόνο έκφραση της θρησκευτικής τέχνης με επίκεντρο του ενδιαφέροντος τον Θεό και τον άνθρωπο, αλλά μια έκρηξη συναισθημάτων, λουσμένα στην καθαρότητα του φωτός και στη δύναμη των χρωμάτων. Μια γιορτή που περιγράφει τον πόθο, θαρρείς, σε κάποια γωνιά στο περιβόλι της Εδέμ! Τον πόθο των διεστώτων και τη μετ’ εμποδίων επανένωσή τους. Εκπλήσσει δε ο τρόπος που επικοινωνούν και κοινωνούν τα αισθήματά τους.  

            Η επικοινωνία αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα για την ανάπτυξη, διατήρηση και εμβάθυνση της ποιότητας και πληρότητας των διαπροσωπικών σχέσεων του ανθρώπου, έχοντας πρωτεύουσα σημασία στην ενότητα των ερωτευμένων, για τους οποίους η πρόκληση οικοδόμησης ενός κοινού κόσμου προϋποθέτει τη σύγκλιση απόψεων και αποφάσεων. Η έλλειψη επικοινωνίας, όπως και η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων μεταξύ των αγαπημένων, μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση, που δεν είναι φαινόμενο του σύγχρονου τρόπου ζωής αλλά διαπιστώνεται σε όλες τις εποχές.

Ανεξαρτήτως των αντιλήψεων για τη θέση της γυναίκας στο ιστορικό παρελθόν της ανθρωπότητας, το Εγώ δημιουργεί σχέσεις κυριαρχικές και, κατά το μάλλον ή ήττον τρόπο, τον αδύναμο τον αντιμετωπίζει ως αντι-κείμενο. Έτσι η γυναίκα, ανά τους αιώνες, γίνεται το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, καταδεσμευμένη με φόβο και απειλές.

Στο «Άσμα Ασμάτων», στο παλαιοδιαθηκικό αυτό κείμενο, δίνεται η ιερή διάσταση του έρωτα, τα αγνά συναισθήματα όπως τα έδωσε ο Θεός για να συνδέονται με δεσμούς ζωής και αγαπητική διάθεση οι άνθρωποι, χωρίς υστεροβουλίες και λογικές συμφερόντων που επιβάλλει το Εγώ. Σε κάποια, επίσης, χρυσοστομικά κείμενα γίνεται αναφορά στον ρόλο και την αξία της επικοινωνίας στη συζυγία και άλλα ζητήματα που άπτονται αυτής.

Αναρωτιέται ο σημερινός άνθρωπος πόσο άραγε σύγχρονος είναι ο λόγος τους, ως κείμενα γραμμένα εκατοντάδες χρόνια πριν; Μα, φυσικά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, πάντα είναι επίκαιρα τα συγκεκριμένα κείμενα! Η αγάπη καθορίζει, πληρώνει και καθαγιάζει την ανθρώπινη ζωή, φωτίζοντας τα σκοτάδια της ψυχής, που ο εγωισμός ρίχνει τον βαρύ ίσκιο του.

«Κραταιά ως θάνατος αγάπη»! Μια πραγματικά συγκλονιστική παρομοίωση. Έρωτας και θάνατος. Ο έρωτας γεννάει τη ζωή, όπως και για χάρη της αγάπης ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του. Εξίσου δυνατή η αγάπη, όπως ο θάνατος «σκληρός ως άδης ζήλος», σκληρό το πάθος, η ζήλεια σαν τον άδη, σκληρός και ο χωρισμός, σπαράζει η προδομένη καρδιά όπως στον θάνατο.

Στο δίπολο έρωτας – θάνατος κτίζεται, κατ’ ουσίαν, ο ανθρώπινος πολιτισμός. Το πώς αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τα δύο αυτά ουσιαστικότερα γεγονότα στην ανθρώπινη ζωή δεικνύει και την ποιότητα του πολιτισμού τους. Εξάλλου, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και τον θάνατο διαμορφώνουν το αξιακό και δικαιϊκό σύστημα του ανθρώπου.

Ο Θεός αγάπη είναι, και το πλάσμα του εκπορεύει κι αυτό αγάπη, όπως και ο Δημιουργός του, εκφραζόμενη στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ποιητικής ως λόγος και πράξη.         Η πτώση του ανθρώπου διατάραξε την παραδείσια αρμονία και οι αρχέγονες σχέσεις ενότητας έγιναν σχίσεις που ακολουθούν τους απογόνους του. Ως μακρινή ανάμνηση της χαμένης πνευματικής ενότητας που απωλέσθη με την κυριαρχία των επιλογών του Εγώ, και με συνέπειες τη φθορά και τον θάνατο, ο άνθρωπος βιώνει τον έρωτα ως πλήρωση στην ανεπάρκεια, το εσωτερικό  κενό, τη θλίψη και τη μοναξιά.

Μεταπτωτικά, εισήλθε η επιθυμία της σάρκας. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, «επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και ο γάμος, την αμαρτίαν εκκόπτων». Η έλλειψη μέτρου, επόμενως, είναι αμαρτία, και όχι ο έρωτας που είναι θεόδοτος. Η θεία πρόνοια έδωσε ως δώρο τον έρωτα, όχι μόνο για τη διαιώνιση του ανθρώπου προς παρηγορία στον θάνατο, αλλά πρώτιστα για να ενωθούν τα διεστώτα πνευματικά. Η ερωτικότητα είναι τρόπος ζωής, είναι κίνηση συνάντησης με τον άλλο, έξοδος από το Εγώ προς χάρη του άλλου, για δημιουργία σχέσης.

Ας μη συγχέεται η σεξουαλικότητα με την ερωτικότητα. Η σεξουαλικότητα είναι μέρος της, και είναι βιολογική ανάγκη. Εδώ, το εγώ προτάσσει τις ανάγκες του, ο άλλος είναι αντικείμενο, μέσο ικανοποίησης αυτών των αναγκών, δεν ενδιαφέρεται να χάσει το βόλεμά του για τον άλλο. Τα διεστώτα δεν αποτελούν ενότητα, υπόκεινται στην ανυπαρξία ουσιαστικά επι-κοινωνίας και η σαρκική ηδονή είναι ένα διάλειμμα στη δυική μοναξιά! Οδυνηρή διαπίστωση!

Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή, κι ο έρωτας είναι συναισθηματική ανάγκη, είναι υπέρβαση του Εγώ, προκειμένου τα υποκείμενα να επικοινωνήσουν ουσιαστικά και όχι τύποις. Η αλληλοπεριχώρηση, η αποδοχή της ετερότητας του άλλου, γίνεται συμπλήρωμα, πληρότητα στη θέση της ανεπάρκειας, και η αμοιβαία έλξη γονιμοποιεί δημιουργικά το Εγώ για την ολοκλήρωση του Εμείς. Δύσκολος δρόμος!

Όσες πρόβες γάμου κι αν συντελέσει το Εγώ, αν δεν σταθεί πάνω από το ίδιον όφελος με καθημερινή άσκηση, το «έσονται εις σάρκα μία» οδηγεί πάντα στο αδιέξοδο… και έσονται εις μοναξιά δυαδική. Την αυλαία της παράστασης τη ρίχνει στην εποχή μας, ως είθισται, το διαζύγιο, ή τη λύση της συμβίωσης τη δίνει στο τέλος ο θάνατος, όπως την εποχή των γιαγιάδων, με την άγια υπομονή. Σκληρή η πραγματικότητα!

Ο άνθρωπος φροντίζει για το σωματικό του κάλλος, χωρίς να δείχνει την ίδια επιμέλεια για την ψυχική του ομορφιά. Οι σωματικές ατέλειες κρύβονται, δεν υπάρχουν, όμως, ψιμύθια για την ψυχή. Οι αρετές καλλιεργούνται από μικρή ηλικία, και σε αντίθεση με το σώμα, που το φθίνει ο χρόνος, η ψυχική ομορφιά τον έχει σύμμαχό της! Είναι αυτή που συγκροτεί, συγκρατεί, υπομονεύει, παρηγορεί, κατανοεί, δίνει βάθος, διάρκεια, ποιότητα, λειαίνει και παλαιώνει όμορφα τη φθορά, τις ρυτίδες στις σχέσεις των ανθρώπων!

Τι είναι, τελικά, η γνήσια αγάπη; Αναφέρει, χαρακτηριστικά, ο Ιωάννης Χρυσόστομος: «η γαρ αγάπη τα αυτά ου βλέπει, αλλά προς των αυτής τα του πλησίον ορά». Να βλέπεις πρώτα τις ανάγκες του άλλου και μετά του εαυτού σου.

Με την ανάπτυξη των σχέσεων αλληλοανακαλύπτονται οι άνθρωποι. Ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τη σχέση του με έναν άλλο άνθρωπο. Είναι δύσκολος δρόμος ο έρωτας για να γνωριστούν τα διεστώτα, γιατί η υπέρβαση του Εγώ σηματοδοτεί άνοιγμα προς τον άλλον, υποταγή, δίνοντας έτσι προτεραιότητα στις ανάγκες του, είναι σταυρική αγάπη. Ο εγωισμός δεν δίνει εύκολα χώρο στον άλλον, δεν δίνεται στην αγάπη και, όταν δεν ικανοποιούνται τα θέλω του, οπλοποιεί τα συναισθήματα στρεφόμενος, ενίοτε, λυσσαλέα προς το έτερο ήμισυ.

«Θές με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου». Πόσοι και πόσες έχουν σφραγίδα στην καρδιά τους το έτερο ήμισυ; Να είναι το κέντρο της ζωής τους ο άλλος, και όχι το ερωτικό αντικείμενο και το μέσο ικανοποίησης και επιβεβαίωσης του Εγώ. Επιτρέπει ο εγωισμός να εκφραστεί με ευαισθησία και τρυφερότητα, ιδιαίτερα ο ανδρικός εγωισμός που είναι πιο αδάμαστος και βίαιος στις εκδηλώσεις του;

Όσο πιο ολοκληρωμένη είναι η προσωπικότητα, τόσο πιο βαθιά και αληθινά είναι τα αισθήματα του ανθρώπου, και ο έρωτας βίωμα ευεργετικό. Ο εγωισμός, όμως, είναι τροχοπέδη στην προσπάθεια αυτή, γιατί θέλει προσπάθεια και καλή διάθεση το δόσιμο στην αγάπη. Διαφορετικά, το ανικανοποίητο αίσθημα της ανεπάρκειας έρχεται φιλάρεσκα να γεμίσει η εναλλαγή των ερωτικών συντρόφων. Υπάρχει, όμως, μεγαλύτερη μοναξιά από το κενό μιας «σφραγίδας» στην καρδιά, στη ζωή του ανθρώπου;

«Λόγια αγάπης να της λες...», παροτρύνει τον σύζυγο ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. «Εγώ απ’ όλα, τη δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι οδυνηρό, όσο το να βρεθώ σε διάσταση μαζί σου. Κι αν όλα χρειαστεί να τα χάσω, κι αν στους εσχάτους βρεθώ κινδύνους, οτιδήποτε κι αν πάθω, όλα μου είναι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά».

Οι παραινέσεις αυτές δεν υστερούν σε σχέση με τον σύγχρονο λόγο ενός ψυχολόγου ή ενός οικογενειακού συμβούλου.

Για τους ιερούς Πατέρες δεν είναι διαφορετικά πράγματα ο έρωτας και η αγάπη. Ο έρωτας είναι πόθος κι έχει συνέχεια και διάρκεια όπως η αγάπη, και η αγάπη έχει την ψυχική ανάταση, την έκσταση και ένταση του έρωτα.

Με «σπινθήρες φωτιάς» παρομοιάζει το άσμα την αγάπη, «οι φλόγες της σαν το πυρ», τα νερά και  τα ποτάμια δεν μπορούν να τη σβήσουν και να την πνίξουν!

Γιατί, όμως, δαιμονοποιήσαμε τον έρωτα, αυτό το θεόδοτο δώρο;

Μήπως γιατί ο έρωτας είναι κινητήριος δύναμη, δεν ελέγχεται, είναι ανατρεπτικός από τη φύση του, αλλάζει τον άνθρωπο, τον διαμορφώνει. Όταν είναι δυνατός, αληθινός, δημιουργεί σχέσεις υγιείς, καθαρές από τη λογιστική των συμφερόντων, είναι απρόβλεπτος, και αυτό ενοχλεί όποια εξουσία θέλει να ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γιατί την αγάπη «και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν».

Το τέλος της σαρακοστής οδηγεί σε φαγοκόπι. Όταν έχεις πείσει ότι ο έρωτας είναι αμαρτία και ότι καλό είναι να περιορίζεται στην παιδοποιία, τότε εύκολα οδηγείς τον άνθρωπο στο άλλο άκρο, στη σεξουαλική απελευθέρωση, μεταβολίζοντας δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις και φαντασιώσεις σε μεγάλες προσδοκίες! Το αποτέλεσμα χειρότερο, η αποξένωση βάθυνε, νέα ήθη και έθιμα μπέρδεψαν περισσότερο το κουβάρι των σχέσεων και ο ατομικισμός εκτοξεύεται στα ύψη.

Ο άνθρωπος αυτοπαγιδεύεται στο επουσιώδες, στο περιττό, αναλώνεται σε ένα ατέρμονο κυνήγι ικανοποίησης των θέλω του, μα είναι ακόρεστη η πλεονεξία και προκαλεί ανασφάλειες και φοβίες στο Εγώ. Τότε, για την ανεπάρκειά του φταίνε οι γύρω του, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συνάδελφοι, ο στραβός ο φλάρος, μόνο το Εγώ δεν φταίει, η ανομολόγητη εσωτερική σκλαβιά.

Η απελευθέρωση αρχίζει από μέσα μας, αποτινάζοντας τις δεσμεύσεις που εντυπωσιάζουν το Εγώ, θολώνουν την κρίση και απομακρύνουν τον άνθρωπο από την ουσία των πραγμάτων.

Ούτε εξαγοράζεται η αγάπη. Όλα τα πλούτη να δώσει κάποιος για να την εξαγοράσει, μόνο την περιφρόνηση θα έχει. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο παλαιοδιαθηκικό άσμα: «εάν δω ανήρ πάντα τον βίον αυτού εν τη αγάπη εξουδενώσει εξουδενώσουσιν αυτόν».

Για να πρυτανεύει η αγάπη στις σχέσεις, δεν πρέπει να αναζητείται η εξωτερική ομορφιά, ούτε τα χρήματα, κατά τον χρυσοστομικό λόγο, «μη χρημάτων περιουσίαν», αλλά «ψυχής επιζήτει κάλλος». Αναφέρει ο άγιος ότι «μυστήριον αγάπης εστίν ο γάμος. Γυνή γαρ και ανηρ ουκ εισιν άνθρωποι δύο αλλά άνθρωπος εις». Επίσης, ο γάμος είναι μυστήριο της εκκλησίας γιατί «τύπος της του Χριστού παρουσίας εστίν ο γάμος».

Ο ατομικιστής, όμως, προτιμά το προσωπικό βόλεμα, προφυλάσσεται στο όστρακό του. Πρώτα απ’ όλα, ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Μυριάδες γάμοι έχουν ευλογηθεί, συμβατικοί εν τη γενέσει τους, πριν καν το «έσονται εις σάρκα μία», γάμοι προς χάρη των οικονομικών συναλλαγών, να ενωθούν πρώτιστα οι περιουσίες ή για οικονομική αποκατάσταση, γάμοι για να εξασφαλιστεί το σεξ και η παιδοποιία, για να κληρονομηθεί η περιουσία και να γηροκομηθούν μελλοντικά οι νεόνυμφοι. Θλιβερά πράγματα…  Μυριάδες παιδιά γεννιούνται και ανατρέφονται σε συμβατικά οικογενειακά περιβάλλοντα και σίγουρα πολλά από αυτά αναπαράγουν τα κακέκτυπα, ως ενήλικες πλέον, στην προσωπική τους ζωή.

Δεν είναι ρομαντισμός το «Άσμα Ασμάτων», ούτε οι παραινέσεις του Ιωάννη Χρυσόστομου. Είναι επι-κοινωνία, καθημερινός τρόπος ζωής, είναι γλυκασμός και ένωση των ψυχών. Η επικοινωνία κατά τον ιερό Πατέρα, για να είναι εποικοδομητική, πρέπει να γίνεται στη βάση του αλληλοσεβασμού. Επιπλέον, επικοινωνία είναι και οι εκδηλώσεις στοργής, το ενδιαφέρον για την καθημερινότητα του άλλου, η ευγένεια, ο τρυφερός λόγος, ο θαυμασμός για τα χαρίσματα, τις αρετές και τις ικανότητες του αγαπημένου προσώπου, να υπενθυμίζει ο ένας στον άλλο πόσο σημαντική είναι η παρουσία του στη ζωή του.

Με αυτόν τον τρόπο κτίζονται άρρηκτοι δεσμοί. Διαφορετικά, ζει ο καθένας τον έρωτα μοναχικά, μέχρι η σκιά του χρόνου να βαρύνει τόσο, κι αρκεί ένα ασήμαντο συμβάν να γίνει η αφορμή για να καταρρεύσει το ντόμινο της ψευδαίσθησης του έρωτα που είχαν κτίσει τα διεστώτα.

Ας αναρωτηθεί ο καθένας τι πρότυπο είναι για τους νεότερους και τι κακέκτυπο οι νέοι προετοιμάζονται για να αναπαραγάγουν. Δεν φταίνε οι άλλοι αν δεν έχουμε αποδεχθεί τον βαθμό της ιδιοτέλειάς μας, αν δεν μάθαμε να αγαπάμε χωρίς προϋποθέσεις και υστεροβουλίες. Είναι θλιβερό να διαλύονται οι άνθρωποι πρώτα, για να κατανοήσουν στην συνέχεια «ποιοι είναι τελικά».

Στον έρωτα είναι όλα κοινά, και δεν είναι μόνο ο κοινός χώρος συμβίωσης αλλά ένα κοινό ταμείο αξιών, ιδανικών, σκέψεων, αισθημάτων. Στον έρωτα, όντως, κτίζεις έναν κοινό κόσμο! Ίσως να μην το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά αυτός ο κοινός κόσμος είναι και η πνευματική ενότητα των διεστώτων.

 

Ελπίδα Τζίβα

Θεολόγος

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Η εδραίωση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου


 

Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια στη διαδρομή Ιερουσαλήμ* προς Βηθλεέμ μία ευλαβής γυναίκα, η Ικελία ίδρυσε κάθισμα, δηλαδή μικρό ναό, αφιερωμένο στην Παναγία. Εκεί, μεταξύ 13-15 Αυγούστου άρχισε να εορτάζεται η Υπεραγία Θεοτόκος. Η εορτή δεν είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, δηλαδή δεν αναφερόταν σε κάποιο γεγονός της ζωής Της. Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Θεόδωρος Πέτρας στα κείμενα του διασώζει τo όνομα της εορτής «Μνήμη Θεοτόκου». Στα μέσα του 5ου αιώνα ο Αυτοκράτορας Μαρκιανός έκτισε στη Γεσθημανή μεγαλοπρεπή Ναό προς τιμήν της Παναγίας. Το 460, έτος θανάτου του Αυτοκράτορα Μαρκιανού, άρχισε να εορτάζεται στις 15 Αυγούστου, στον Ναό στη Γεσθημανή, η Κοιμήση της Θεοτόκου. Η εορτή «Μνήμη Θεοτόκου» που ετελείτο στο κάθισμα προς τη Βηθλεέμ εξαλείφθηκε με την πάροδο του χρόνου. Στα  τέλη του 6ου αιώνα ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος επισημοποίησε, με διάταγμα, τη 15η Αυγούστου ως ημέρα εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου σε όλη τη Βυζαντινή  Αυτοκρατορία.

*Κατά την παράδοση εκεί σταμάτησε η Παναγία, για να ξεκουραστεί, καθώς πήγαινε για να απογραφεί στη Βηθλεέμ μαζί με τον Άγιο Ιωσήφ.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Η Κοίμηση της Κυρίας των Αγγέλων στην Νεοελληνική Λογοτεχνία


 

«Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεσθημανή το χωρίω κηδεύσατέ
μου το σώμα και Συ Υιέ και Θεέ μου παρέλαβέ μου το πνεύμα».

Στην εκκλησιαστική μας παράδοση αναφέρεται ότι η Παναγία η μητέρα του Ιησού Χριστού πληροφορήθηκε τον επικείμενο θάνατό της 3 μέρες πριν το γεγονός, όταν την επισκέφθηκε Άγγελος Κυρίου. Προσευχήθηκε στον Κήπο των Ελαιών, εκεί όπου είχε αγρυπνήσει προσευχόμενος ο Ιησούς και στη συνέχεια ετοίμασε τα της κηδείας της. Οι Απόστολοι με θαυματουργικό τρόπο μεταφέρθηκαν -εν μέσω νεφέλης- στη Γεσθημανή, στο σπίτι του Ευαγγελιστή Ιωάννη, όπου διέμενε η Θεοτόκος μετά την Σταύρωση του Ιησού, και στο οποίο συνέβη η Κοίμησή της.

Οι Απόστολοι έθαψαν την Μαρία στον κήπο της Γεσθημανής και μετά τριημέρου που πήγε ο απόστολος Θωμάς να προσκυνήσει –ο οποίος ήταν απών κατά την Κοίμησή της- το μνήμα ήταν άδειο, υπήρχαν μόνο τα εντάφια. Η Παναγία πέθανε και ετάφη ως άνθρωπος. Η Μητέρα του Θεανθρώπου ανεστήθη και μετέστη «προς την ζωήν»: «εν τη Γεννήσει την Παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε. μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβίαις ταις σαις λυτρουμένη, εκ θανάτου τας ψυχάς ημών.» Αυτός ο συμβολισμός της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι ο λόγος που ο Δεκαπενταύγουστος τιμάται ως το Πάσχα του καλοκαιριού.

Για το θεομητορικό αυτό γεγονός υπάρχουν πληροφορίες στις διηγήσεις του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, του Μοδέστου Ιεροσολύμων, του Ανδρέα Κρήτης, του Διονυσίου Αεροπαγίτου κ.ά., καθώς και στους ύμνους που λαμπρύνουν την ακολουθία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Επάνω στον τάφο της κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη ο οποίος κατεστράφη και ξανακτίστηκε τον 5ο αι. από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μαρκιανό, ο ναός αυτός σώζεται ως τις μέρες μας.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι η μεγαλύτερη από τις Θεομητορικές εορτές της ορθόδοξης Εκκλησίας και στην πατρίδα μας τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα και επισημότητα. Για τον λαό μας η Παναγία είναι η μητέρα όλων μας, είναι η γέφυρα που οδηγεί στον Θεό, αυτή που μεσιτεύει για την σωτηρία μας, που προστρέχει, θαυματουργεί, ενθαρρύνει, γαληνεύει, προστατεύει και παρηγορεί τον άρρωστο, τον αδικημένο και τον κάθε πονεμένο άνθρωπο που ζητεί την βοήθειά της. Ποιος μπορεί να νιώσει τόσο ουσιαστικά και άμεσα την αγωνία και την θλίψη μας πιότερο από την Δέσποινά μας που βίωσε την σκληρότητα, την αδικία και τον πόνο της μάνας στη θέα του σταυρωμένου παιδιού της;

Σε αυτήν την ιδιαίτερη σχέση του λαού με την Παναγία οφείλεται η πληθώρα θεοτοκωνυμίων (περισσότερα των 300 στον αριθμό) που της έχουν αποδοθεί, είτε ως προσωνύμια από την εκκλησιαστική υμνογραφία και τον ποιητικό λόγο (επί παραδείγματι ο χαρακτηρισμός της Παναγίας ως «ρόδο αμάραντο»), είτε από το γεωγραφικό και τοπικό σημείο και θέση που είναι χτισμένες οι αντίστοιχες εκκλησίες (π.χ. η Παναγία Σουμελά), είτε σχετιζόμενες με τον τρόπο της εικονογράφησής της (όπως η Παναγία η Τριχερούσα στην ιερή Μονή Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος) ή ακόμα και από κάποιο φυσικό γεγονός ή φαινόμενο (π.χ. η Παναγία η Βροντιανή στη Σάμο, η Παναγία η Φιδιώτισσα στη Κεφαλλονιά, συγκεκριμένα στο χωριό Μαρκόπουλο κοντά στον Δεκαπενταύγουστο εμφανίζονται μικρά φίδια στις εικόνες των ναών του).

Στην μνήμη της έχουν κτιστεί εξαιρετικής ναοδομίας εκκλησίες, μοναστήρια και ξωκλήσια, έχουν συγγραφεί και συνθεθεί ανείπωτου κάλλους εκκλησιαστικοί ύμνοι, τοιχογραφίες και εικόνες υψηλής αισθητικής αξίας με παραστάσεις της θείας ζωής και κηδείας της Θεομήτορος. Η αγάπη του πιστού λαού προς το πρόσωπό της δεν φαίνεται μόνο από τον προσκυνηματικού χαρακτήρα εκδηλώσεις στις οποίες συρρέουν εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί ετησίως, ειδικά τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά αντανακλάται και στο έργο μεγάλων και επώνυμων ως λιγότερο γνωστών δημιουργών στο ευρύ κοινό που έχουν αποδώσει με την γραφίδα τους όλο τον σεβασμό, την πίστη και την αγάπη τους στην Πλατυτέρα των Ουρανών. Θεόπνευστοι ύμνοι που ξεχειλίζουν λυρισμό σε μια έκρηξη χαρμολύπης: «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται, και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται! Ευφραίνου Γεσθημανή, της Θεοτόκου το άγιον τέμενος».

Στην νεοελληνική γραμματεία μια πλειάδα (από εκατό και πλέον) Ελλήνων λογοτεχνών και ποιητών έχουν αναφερθεί στη Παναγία και έχουν γράψει εγκώμια σε πεζό και ποιητικό λόγο για την Κοίμησή της.
Πάλλεται από έμπνευση και ευαισθησία ποιητική η πένα του Φώτη Κόντογλου στο κείμενό του για την «Κοίμηση της Θεοτόκου»: «Σήμερα το αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σαν να γενήκανε πιο χλωμά, το αυγουστιάτικο κύμα σαν να αρμενίζει δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από τη χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει και αγάλλεται. Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός, που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της Αθανασίας!»

Ο σεπτός, ο άγιος της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει για την Παναγία: «Πηγή μου ζωηφόρος που δροσίζει με το βαθύ ποτάμι με τον νόμο σου τόσες ψυχές, δρόσισε και εμένα, την ψυχή μου. Είσαι εσύ η πόλις του Θεού και ακόμη το αγιασμένο σκήνωμα που ευφραίνονται τα ρεύματα κυλώντος ποταμού. Είθε στην καρδιά μου που έχει στραγγιστεί να δώσει ζωή και δύναμη η χάρη σου».
Ο βαθιά θρησκευόμενος Α. Παπαδιαμάντης σε ένα από τα πέντε ποιήματα που έχει αφιερώσει σε ναούς της Παναγίας, γράφει «Στην Παναγία την Κεχριά»: «Στα νιάημερα τ’ αγαπημένα / της δοξασμένης μεταστάσεώς σου / ήθελα να ‘μαι να ψάλω το «Πεποικιλμένη» / στο πανηγύρι το σεμνό. / Να βλέπω, να θαυμάζω τη χλωμή μορφή σου, με τα ματάκια τα κλειστά, / με τα χεράκια σταυρωμένα,/ κι ο Υιός σου να κρατή την άμωμη ψυχή σου / ως τρυγόνα στα χεράκια / κι Απόστολοι εκ περάτων / στα σύννεφα επάνω πετώντας / κι Άγγελοι με σταυρωμένα χέρια / βλέπουν το θάμα το φριχτό!»
Ένας άλλος μεγάλος των γραμμάτων, ο Σπύρος Μελάς, έχει γράψει μεταξύ άλλων για την Θεομήτορα: «Μαρτύρησες και πόνεσες μαζί Του για τη σωτηρία μας. Και έζησες στερημένη τη γλυκιά μορφή Του κάτω από τη στοργική φροντίδα του Ιωάννη, ως την ημέρα που έγειρες και αποκοιμήθηκες με τα φτερά των αγγέλων στην αιωνία δόξα του Μονογενή σου».

Ο Τιμόθεος Παπουτσάκης, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης (1915-2006) αφιερώνει στην Κυρία των Αγγέλων, το ποίημά του «Στην Παναγία»: «Στεφάνωμα του νικητή η θεία σου Κοίμηση,/ στην ταπεινή σου αφάνεια και στης ζωής το μόχθο / αγώνων τέλος κι η μετάσταση, αιώνια δόξα. / Η νεκρική σπηλιά και της Γεσθημανή ο τάφος / για πάντα να κρατήσουν δεν μπορούν τ’ άφθαρτο σκήνος./ Τρανό το θαύμα τούτο και στη γνώση αχώρητο,/ με αγγέλων συνοδεία το λόγο βεβαιώνει τον προφητικό./ Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου Πεποικιλμένη. / Παντάνασσα του Ουρανού, Κυρία των Αγγέλων, / γενεές των γενεών και εδώ στη γη σε μακαρίζουν / μα εγώ μητέρα σε νιώθω και δακρύζω».

«Κι άγγελοι με σταυρωμένα χέρια βλέπουν το θάμα το φριχτό», όπως και όλη η ζωή της Παναγίας που έζησε το θαύμα με ένα τρόπο μοναδικό, από την στιγμή που άνοιξε τα μάτια της σε τούτη την πλάση, μέχρι τη θεία κηδεία και τη μετάστασή της. Είναι για όλες τις γενιές το φωτεινό παράδειγμα σεμνότητας, η ταπεινή Μαρία που δεχόταν με χαρά το θέλημα του Θεού για να υψωθεί στην Πλατυτέρα των Ουρανών, ως η Παναγία Μητέρα του Θεανθρώπου. Οδηγήτρια, εφορεί και σκέπει τούτον τον κόσμο και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς είθε να δίνει θεία παρηγοριά και γλυκασμό σε κάθε ταπεινή και πονεμένη καρδιά.

Ελπίδα Τζίβα
Θεολόγος

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

Νηστεία, τρόπος άσκησης


 

Η νηστεία δεν αποτελεί κατασκεύασμα των Ιερέων ή των λαϊκών Θεολόγων. Ο θεσμός της νηστείας είναι Θεοίδρυτος και είναι σε ισχύ από την εποχή των Πρωτόπλαστων, πριν χάσουν τον Παράδεισο.
          Ο Θεός έδωσε εντολή στον Αδάμ και στην Εύα να νηστεύσουν «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν, οὐ φάγεσθε ἀπʼ αὐτοῦ· ᾗ δʼ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπʼ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2:17). Ο Μωυσής πριν ανέβει στο Όρος Σινά για να πάρει τις πλάκες με τις δέκα εντολές, νήστευσε  για 40 ημέρες. Το ίδιο έκανε ο Προφήτης Ηλίας πριν δει τον Θεό στο σπήλαιο Χωρήβ. Ο Χριστός νήστευσε για 40 ημέρες στην έρημο και εν συνεχεία νίκησε τους πειρασμούς του Σατανά,  πριν αρχίσει τη δημόσια δράση Του. Ο Κύριος είπε για τον Διάβολο  «Τὸ γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ και νηστεία» (Ματθ. 17:21).
          Η νηστεία καθιερώθηκε από την Εκκλησία με Κανόνες από την Αποστολική εποχή. Οι Άγιοι Απόστολοι επιβάλλουν αυστηρά επιτίμια σε όσους κληρικούς ή λαϊκούς που δεν τηρούν τις καθορισμένες νηστείες, εκτός εάν έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν εκφωνήσει Λόγους και γράψει συγγράμματα για την νηστεία. Ο Μέγας Βασίλειος  αναφέρει «η νηστεία γεννά Προφήτες, κάνει τους ισχυρούς ισχυρότερους» και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει «δεν νηστεύουμε για το Πάσχα, ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα». Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας τονίζουν ότι η νηστεία είναι παθοκτόνα και όχι σωματοκτόνα.

Η νηστεία είναι σύνθετη λέξη της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Τα συνθετικά της είναι το νη που σημαίνει μην/δεν και το εσθίω που σημαίνει τρώω. Νηστεύω, δηλαδή, δεν τρώω, τηρώ ξηροφαγία. Νηστεύοντας, κάνουμε υπακοή στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.
          Σε περιόδους νηστείας δεν τρώμε κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά και κάποιες φορές απαγορεύονται το ψάρι, το λάδι και το κρασί. Νηστεύουμε πριν τη Θεία Μετάληψη, πριν την εορτή των Αγίων Αποστόλων και πριν από την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Επίσης, η Αγία μας Εκκλησία όρισε νηστεία 40 ημερών πριν από τα Χριστούγεννα και πριν από το Πάσχα. Ακόμα, νηστεύουμε κάθε Τετάρτη που θυμόμαστε την προδοσία του Χριστού, καθώς και κάθε Παρασκευή που θυμόμαστε τη Σταύρωσή Του. Νηστεία κάνουμε όσο στην ποιότητα, όσο και στην ποσότητα των φαγητών. Για παράδειγμα, ο Α που τρώει ένα πιάτο φάκες κάνει μεγαλύτερη νηστεία από τον Β που τρώει τρεις γαβάθες φάκες. Ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας έλεγε ότι, αν προσευχόμαστε με γεμάτο στομάχι η προσευχή μας θα φτάσει μέχρι το ταβάνι, εάν προσευχόμαστε με άδειο στομάχι η προσευχή μας φτάνει ως τον Ουρανό. Αν κάποιος είναι ηλικιωμένος ή σοβαρά άρρωστος και πρέπει να τρώει κρέας ή γαλακτοκομικά, ο Πνευματικός του, του δίνει ευλογία να καταλύσει, δηλαδή να μην νηστέψει.
          Η νηστεία μας πρέπει να συνοδεύεται από Μυστηριακή Ζωή, προσευχή, μελέτη του Λόγου του Θεού και ελεημοσύνη. Βέβαια, όλα αυτά καλό είναι να τα κάνουμε καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους, όμως, όσο μπορούμε σε περιόδους νηστείας, να προσπαθούμε να τα αυξάνουμε. Ας θυμόμαστε, ότι η νηστεία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντικαθιστά το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως πριν τη Θεία Κοινωνία. Μαζί με την τροφική νηστεία πρέπει να κάνουμε τη νηστεία των κακών λογισμών, των κακών αυτιών, των κακών ματιών, της κακιάς γλώσσας. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να τηρούμε άλαδη νηστεία, να καυχιόμαστε για αυτό και να σκεφτόμαστε και να μιλάμε άσχημα για τον αδελφό μας ή να ακούμε άλλους να τον κακολογούν. Ο Μέγας Βασίλειος μας λέει «Μη νομίζεις ότι η νηστεία περιορίζεται στην αποχή από τις υλικές τροφές. Όχι! Νηστεία είναι το να απομακρυνθείς από το κακό.».

Ελπίδα Τζίβα
Θεολόγος