Ἡ Ἀκολουθία αὕτη ψάλλεται εἰς τοὺς ἱεροὺς Ναούς μας κατὰ τὰς πρώτας πέντε ἑβδομάδας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐν ἡμέρᾳ Παρασκευῇ. Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς (ἢ «τῶν Νηστειῶν») ψάλλονται οἱ ἓξ πρῶτοι «οἶκοι» τοῦ Ὕμνου, ἤτοι οἱ «οἶκοι» Α-Ζ· κατὰ τὴν δευτέραν ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Η-Μ· κατὰ τὴν τρίτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Ν-Σ· κατὰ τὴν τετάρτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Τ-Ω· κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἑβδομάδα ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος.
Τόσον τὰ
τμήματα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅσον καὶ ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος, ψάλλονται μαζὶ μὲ εἰδικὸν
«Κανόνα», ὁ ὁποῖος ἀρχίζει μὲ τὸν εἱρμὸν «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου». Ψάλλονται δὲ ἀμφότερα
εἰς τὸ μέσον περίπου τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», ἤτοι τῆς ὡραίας ἐκείνης προσευχῆς
τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ λέγεται καθημερινῶς μετὰ τὸ Δεῖπνον. Ὀνομάζεται «Μικρὸν Ἀπόδειπνον»
διὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸ «Μέγα Ἀπόδειπνον», τὸ ὁποῖον λέγεται κατὰ τὴν Μ.
Τεσσαρακοστήν, πλὴν τῶν ἡμερῶν Παρασκευῆς (ὁπότε λέγεται τὸ «Μικρὸν» μετὰ τῆς Ἀκολουθίας
τῶν «Χαιρετισμῶν»), Σαββάτου καὶ Κυριακῆς.
(Ὑπάρχουν καὶ
περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, συμφώνως πρὸς τὸ Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Ἀκολουθία
τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου δὲν συνδυάζεται μὲ τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον, ἀλλὰ μὲ ἄλλας Ἀκολουθίας.)
Ἐν συνεχείᾳ
θὰ ἴδωμεν δι᾿ ὀλίγων τί εἶνε ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ποία ἡ ἱστορία του καὶ ποῖος ὁ
ποιητής του. Μετὰ ταῦτα δὲ θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ «Κανόνων» καὶ «ᾨδῶν», ὡς καὶ περὶ
τῆς σημασίας τῶν διαφόρων ὀνομασιῶν τῶν τροπαρίων, τέλος δὲ θὰ εἴπωμεν ὀλίγα καὶ
περὶ τοῦ «Κανόνος» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος
εἶνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ἐλέγοντο ὁλόκληροι ὕμνοι, ἀνάλογοι πρὸς
τοὺς «Κανόνας». Ἡ ὀνομασία ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὸ κοντὸν ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυλίσσετο
ἡ μεμβράνα ποὺ περιεῖχε τὸν ὕμνον. Τὸ πρῶτον τροπάριον ἐλέγετο «προοίμιον» ἢ
«κουκούλιον» καὶ τὰ ἀκολουθοῦντα ἐλέγοντο «οἶκοι», ἴσως διότι ὁ ὅλος ὕμνος ἐθεωρεῖτο
ὡς σύνολον οἰκοδομημάτων ἀφιερωμένων εἰς μνήμην ἁγίου τινός. Κοντάκον λέγεται
συνήθως σήμερον τὸ πρῶτον τροπάριον ἑνὸς τοιούτου ὕμνου (Κοντακίου).
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος
περιέχει προοίμιον καὶ 24 «οἴκους». Τὸ προοίμιόν του παλαιότερον δὲν ἧτο τὸ «Τῇ
ὑπερμάχῳ Στρατηγῶ» ποὺ εἶνε σήμερον, ἀλλ᾿ ἕτερον. («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν
ἐν γνώσει».) Ἡ «ἀκροστιχὶς» τοῦ ὕμνου εἶνε ἀλφαβητική. (Βραδύτερον θὰ εἴπωμεν
τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀκροστιχίς».) «Ἐφύμνια» ἔχει δύο: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε»
καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ εἰς τὸ προοίμιον καὶ εἰς τοὺς περιττοὺς «οἴκους»
(1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), τὸ δὲ δεύτερον εἰς τοὺς ἀρτίους «οἴκους» (2, 4, 6, 8,
κ.τ.λ.). «Ἐφύμνιον» λέγεται ἡ τελευταία λέξις ἡ φράσις τοῦ ὕμνου, τὴν ὁποίαν ὁ
λαὸς ἐπανελάμβανεν, ἀφοῦ βεβαίως οἱ ψάλται ἔψαλλον ὁλόκληρον τὸν ὕμνον.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος
ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου, καὶ ἔπειτα ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ
γεγονότα. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παρθένου πρὸς τὴν Ἐλισάβετ, περὶ τῶν ὑποψιῶν
τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ὑπὸ τῶν
ποιμένων καὶ τῶν μάγων, περὶ τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ εἰς Αἴγυπτον καὶ περὶ τῆς Ὑπαπαντῆς
τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ. Εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ὕμνου γίνεται
λόγος περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς
θεομητορικῆς ἀξίας τῆς Παναγίας.
Ποῖος ὁ
ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον ἀπάντησις
ποὺ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις. Παρ᾿ ὅλας τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς συζητήσεις, τὸ
πρόβλημα παραμένει ἀκόμη πρόβλημα. Ἄλλοι -καὶ εἶνε οἱ περισσότεροι- θεωροῦν τὸν
Ὕμνον ὡς ἔργον τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. Ἄλλοι θεωροῦν αὐτὸν ὡς ἔργον τοῦ
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Ἄλλοι τὸν ἀποδίδουν εἰς τὸν Γεώργιον
Πισίδην. Ἄλλοι εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν τὸν Α´ καὶ ἄλλοι
εἰς ἄλλους.
Ἱστορικά
Ὁ λόγος, διὰ
τὸν ὁποῖον ὁ Ὕμνος ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος», εἶνε ὁ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν:
Κατὰ τὸ ἔτος
626 ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τινὰς μῆνας.
Ὁ βασιλεὺς Ἡράκλειος ἀπουσίαζεν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, πολεμῶν ἐκεῖ τοὺς Πέρσας. Ὅταν
ἔμαθεν ὅτι ἡ πόλις πολιορκεῖται, ἔστειλεν ἐκ τοῦ στρατοῦ του δώδεκα χιλιάδας ἄνδρας
εἰς τὸν φρούραρχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βῶνον διὰ νὰ ὑπερασπίσουν, μαζὶ μὲ τὴν
φρουράν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Βῶνος μετὰ τοῦ Πατριάρχου Σεργίου
ἐξώπλισαν καὶ ὅσους ἐκ τῶν πολιτῶν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπλα. Ὅλοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν
μέχρις ἐσχάτων. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴν πόλιν καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὰ πλήθη καὶ
τοὺς μαχητάς. Ἡ πόλις ὁλόκληρος εἶχεν ἐναποθέσει τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν
Προστάτριάν της, τὴν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν», τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἡ πολιορκία
ἧτο στενὴ καὶ ἰσχυρά. Παρὰ ταῦτα ἡ πόλις ἀνθίστατο εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν
πολιορκητῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐπέμενον εἰς τὴν πολιορκίαν. Αἰφνιδίως ὅμως φοβερὸς
ἀνεμοστρόβιλος καταστρέφει τὸν στόλον των καὶ τοιουτορόπως ἀναγκάζονται κατὰ τὴν
νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8ην Αὐγούστου νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν καὶ νὰ φύγουν ἄπρακτοι.
Ἡ βασιλεύουσα ἐσώθη! Ὁ λαὸς τῆς πόλεως, πανηγυρίζων τὴν σωτηρίαν του, τὴν ὁποίαν
ὤφειλεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεομήτορος, συνηθροίσθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν
τῆς Παναγίας, ὅπου ἐτελέσθη, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, ὁλονύκτιος εὐχαριστήριος
Ἀκολουθία. Τότε «ὀρθοστάδην ἅπας ὁ λαὸς ἔψαλε» τὸν Ὕμνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἔκτοτε
ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος». Βεβαίως ὁ Ὕμνος προϋπῆρχε καὶ ἐψάλλετο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας
Θεοτόκου, ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καθιερώθη πλέον κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ
πανηγυρικὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Τὸ τροπάριον «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ» (τὸ ὁποῖον
ἀντικατέστησε τὸ προϋπάρχον «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς») συνετέθη ἀναμφιβόλως κατ᾿
ἐκείνας τὰς ὥρας.
Δι᾿ αὐτοῦ ὁλόκληρος
ἡ λυτρωθεῖσα ἐκ τῆς συμφορᾶς πόλις «ἀνέγραψε τὰ νικητήρια», ἀπέδωσε δηλαδὴ εὐγνωμόνως
τὴν νίκην, εἰς τὴν Προστάτριαν αὐτῆς Θεοτόκον.
Τί σημαίνει
«Κανών»
Ὡς εἴπομεν, ὁ
Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει καὶ «Κανόνα». Ἡ λέξις «Κανὼν» σημαίνει τὴν εὐθεῖαν ῥάβδον,
ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς μέτρησιν καὶ καθορισμὸν ἄλλων πραγμάτων, καὶ γενικῶς τὸ
μέτρον, τὸ ὑπόδειγμα, τὸν ῥυθμιστήν. Εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ὑμνολογίαν, «Κανὼν»
λέγεται μακρὸς ὕμνος, ἀποτελούμενος ἐξ «ᾨδῶν», τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ποικίλλει, ἀλλ᾿
οὐδέποτε εἶνε μεγαλύτερος τοῦ ἐννέα. Ἑκάστη ᾨδὴ (ἡ λέξις σημαίνει ὕμνον, ᾆσμα, ἐκ
τοῦ ῥήματος ᾄδω παραγομένη), ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ «εἱρμοῦ» καὶ τῶν ἀκολουθούντων
τριῶν-τεσσάρων συνήθως «τροπαρίων». Εἱρμὸς λέγεται ἡ πρώτη στροφὴ ἑκάστης ᾨδῆς,
συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ῥυθμίζονται αἱ ὑπόλοιποι στροφαὶ (τροπάρια). Ὁ εἱρμὸς
δηλαδὴ χρησιμεύει ὡς ὑπόδειγμα καὶ βάσις. Ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος εἴρω,
ποὺ σημαίνει συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω. Αἱ ὑπόλοιποι στροφαί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν
πρώτην, τὸν εἱρμὸν δηλαδή, ὀνομάζονται τροπάρια, προφανῶς διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω,
τρέπονται συμφώνως πρὸς τὸν εἱρμόν, ἤτοι ἀκολουθοῦν τονικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ
μετρικῶς καὶ μουσικῶς, τὸν εἱρμόν. (Ὑπάρχουν πάντως καὶ ἄλλαι ἑρμηνεῖαι τῆς
λέξεως τροπάριον.)
Οἱ Κανόνες (ὅπως
καὶ τὰ Κοντάκια,) πολλάκις ἔχουν «ἀκροστιχίδα». Τὸ πρῶτον γράμμα δηλαδὴ τῶν εἱρμῶν
καὶ τῶν τροπαρίων, λαμβανόμενον κατὰ σειρὰν καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ συνεχείᾳ, μᾶς
δίδει μίαν φράσιν. Ἡ φράσις αὕτη λέγεται «ἀκροστιχὶς» καὶ ἀναφέρεται ἄλλοτε εἰς
τὸ ὄνομα τοῦ ποιητοῦ τοῦ Κανόνος, ἄλλοτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς κ.τ.λ..
Πολλάκις ἡ ἀκροστιχὶς εἶνε ἀλφαβητική, δηλαδὴ ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν
γραμμάτων Α, Β, Γ, Δ, κ.τ.λ..
Ἕκαστος Κανὼν
ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρου, ὡς προελέχθη, ἀριθμοῦ ᾨδῶν, κατ᾿ ἀνώτατον δὲ ὅριον ἐννέα.
Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐννέα εἶνε αἱ βιβλικαὶ ᾨδαί, ἤτοι αἱ ᾨδαὶ περιεχόμεναι εἰς
τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὰς ὁποίας ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν λατρείαν
της μαζὶ μὲ τοὺς Ψαλμούς.
